- νεραϊδογεννημένος
- νεραϊδογέννητος, η , ο фольк, рождённый русалкой
Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. И.П. Хориков, М.Г. Малев. 1980.
νεραϊδογεννημένος — η, ο αυτός που γεννήθηκε από νεράιδα … Dictionary of Greek
νεραΐδογεννημένος — η, ο αυτός που γεννήθηκε από νεράιδα, αλλ. νεραϊδογέννητος … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
νεραϊδογέννητος — η, ο νεραϊδογεννημένος. [ΕΤΥΜΟΛ. < νεράιδα + γεννώ. Η λ. μαρτυρείται από το 1896 στην εφημερίδα Ακρόπολις] … Dictionary of Greek
νεραϊδογέννητος — η, ο βλ. νεραϊδογεννημένος … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)